ελληνικά λεξικό: Δ: δύο

Hello-World

ελληνικά λεξικό: Δ: δύο

Δ: Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω

δύο

Όταν είναι κρύο βάζω δύο κουβέρτες πάνω στο κρεβάτι μου.

Ο Κωνσταντίνος έχει δύο αδέλφια. Έχει επίσης και μια αδελφή.

Προτιμάεις ένα διπλό κρεβάτι ή δύο μονά κρεβάτια;