ελληνικά λεξικό: Δ: διασώσει

Hello-World

ελληνικά λεξικό: Δ: διασώσει

Δ: Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω

διασώσει

Αυτός ο άνθρωπος είναι γενναίος. Έτρεξε μέσα στο κτίριο που καιγόταν για να σώσει αυτήν την γυναίκα.