ελληνικά λεξικό: Γ: γενναίος

Hello-World

ελληνικά λεξικό: Γ: γενναίος

Γ: Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω

γενναίος

Αυτός ο άνθρωπος είναι γενναίος. Έτρεξε μέσα στο κτίριο που καιγόταν για να σώσει αυτήν την γυναίκα.