ελληνικά λεξικό: Σ: σταματάω

Hello-World

ελληνικά λεξικό: Σ: σταματάω

Σ: Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω

σταματάω

Ο αστυνομικός σταμάτησε το αυτοκίνητο γιατί έτρεχε.